Γιατί συγκρίνω τον εαυτό μου με τους άλλους; Από την κοινωνική σύγκριση στη βαθύτερη ανάγκη να νιώθουμε αρκετοί/-ές.

Γιατί συγκρίνω τον εαυτό μου με τους άλλους; Από την κοινωνική σύγκριση στη βαθύτερη ανάγκη να νιώθουμε αρκετοί/-ές.

Πόσες φορές έχεις πιάσει τον εαυτό σου να κοιτάζει τη ζωή κάποιου άλλου ατόμου και, σχεδόν αυτόματα, να αξιολογείς τη δική σου; Ένας συνάδελφος που πήρε προαγωγή, μια φίλη που αγόρασε σπίτι, ένας γνωστός που ταξιδεύει συνεχώς ή κάποιο άτομο στα social media που φαίνεται να έχει ακριβώς τη ζωή που θα ήθελες να έχεις. Συχνά η σκέψη εμφανίζεται χωρίς να την έχεις επιλέξει συνειδητά: «εγώ γιατί μένω πίσω;». Η σύγκριση με τους άλλους είναι τόσο βαθιά ενσωματωμένη στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, ώστε πολλές φορές δεν συνειδητοποιούμε ότι συμβαίνει.


Η θεωρία της κοινωνικής σύγκρισης, που διατυπώθηκε από τον Leon Festinger το 1954, υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τους άλλους ως σημεία αναφοράς προκειμένου να αξιολογήσουν τις ικανότητες, τις απόψεις και τη θέση τους μέσα στον κόσμο. Δεν γνωρίζουμε πάντα με απόλυτο τρόπο πόσο ικανοί/-ές είμαστε, πόσο επιτυχημένοι/-ες είμαστε ή πού ακριβώς βρισκόμαστε σε σχέση με τους άλλους, και έτσι αναζητούμε εξωτερικά σημεία αναφοράς. Η σύγκριση αυτή δεν είναι από μόνη της προβληματική. Μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τι θέλουμε, να μας κινητοποιήσει ή να μας δώσει ένα μοντέλο προς το οποίο μπορούμε να κινηθούμε. Η δυσκολία αρχίζει όταν η σύγκριση παύει να αποτελεί πηγή πληροφορίας και μετατρέπεται σε μέτρο της αξίας μας.

Όταν η σύγκριση γίνεται μέτρο της αξίας μας

Οι κοινωνικές συγκρίσεις μπορούν να μας ωθούν προς τα πάνω, όταν συγκρίνουμε τον εαυτό μας με ανθρώπους που θεωρούμε ότι βρίσκονται σε καλύτερη θέση, ή προς τα κάτω, όταν συγκρινόμαστε με ανθρώπους που θεωρούμε ότι βρίσκονται σε χειρότερη θέση. Η ανοδική σύγκριση μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο, αλλά μπορεί επίσης να προκαλέσει αισθήματα ανεπάρκειας, φθόνου ή απογοήτευσης. Η καθοδική σύγκριση μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στην αυτοεκτίμηση, αλλά δεν αποτελεί απαραίτητα σταθερή βάση για μια υγιή σχέση με τον εαυτό. Το σημαντικό, επομένως, δεν είναι μόνο με ποιον/-α συγκρινόμαστε, αλλά και τι σημαίνει για εμάς το αποτέλεσμα της σύγκρισης.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή η σύγκριση σπάνια είναι αντικειμενική. Συνήθως δεν έχουμε πρόσβαση σε ολόκληρη τη ζωή και τη διαδρομή του άλλου. Βλέπουμε την προαγωγή, όχι την αβεβαιότητα που μπορεί να τη συνόδευσε. Βλέπουμε το σπίτι, όχι το οικονομικό κόστος του. Βλέπουμε τη σχέση ως επίτευγμα, τις επιτυχίες ως τύχη, αγνοώντας τις πιθανές δυσκολίες, την προσπάθεια, την εξέλιξη, το πισωγύρισμα του άλλου ατόμου, και τελικά το νόημα που έχει για το άτομο αυτό, εκείνο που εμείς αξιολογούμε ως επιτυχία. Συχνά λοιπόν, δε συγκρίνουμε την πραγματικότητα με την πραγματικότητα, αλλά την πραγματική ζωή μας με τις ιστορίες και τις εντυπώσεις που δημιουργούμε για τη ζωή των άλλων.

Τα social media και η ψευδαίσθηση της τέλειας ζωής

Τα social media έχουν κάνει αυτή τη διαδικασία πολύ πιο έντονη. Δεν περιοριζόμαστε στις συγκρίσεις με τους ανθρώπους που βρίσκονται στον άμεσο κοινωνικό μας κύκλο. Μπορούμε μέσα σε λίγα λεπτά να εκτεθούμε σε εκατοντάδες ή χιλιάδες εικόνες ανθρώπων που φαίνονται πιο επιτυχημένοι/-ες, πιο όμορφοι/-ες, πιο κοινωνικοί/-ές, πιο οικονομικά άνετοι/ες ή πιο ευτυχισμένοι/-ες από εμάς. Το θέμα όμως είναι ότι αυτά που βλέπουμε είναι επιλεγμένες στιγμές και όχι ολόκληρη η πραγματικότητα. Έτσι, μπορεί να καταλήξουμε να συγκρίνουμε τη δική μας καθημερινότητα, με όλες τις αμφιβολίες, τις αποτυχίες και τις ατέλειές της, με την καλύτερη δυνατή εκδοχή της ζωής κάποιου άλλου.

Υπάρχει όμως ένα ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο: συχνά δεν επιλέγουμε τυχαία αυτούς με τους οποίους συγκρινόμαστε. Έχουμε την τάση να κοιτάμε προς τα πάνω, προς ανθρώπους που θεωρούμε ότι βρίσκονται λίγο ή πολύ μπροστά μας. Έτσι δημιουργείται μια παράδοξη κατάσταση στην οποία η αντίληψή μας για τη θέση μας γίνεται όλο και πιο αρνητική, όχι επειδή αντικειμενικά έχουμε λιγότερα, αλλά επειδή συνεχώς μετακινούμε το σημείο αναφοράς μας προς ανθρώπους που έχουν περισσότερα. Μπορεί να πετύχουμε έναν στόχο που κάποτε θεωρούσαμε πολύ σημαντικό και, αντί να απολαύσουμε την επιτυχία μας, να στρέψουμε αμέσως την προσοχή μας σε κάποιον που βρίσκεται στο επόμενο επίπεδο. Σαν ο στόχος να μετακινείται συνεχώς: κάθε φορά που φτάνουμε σε ένα σημείο, υπάρχει κάποιος άλλος που φαίνεται να βρίσκεται ακόμη πιο μπροστά.

Τι είναι αυτό που πραγματικά ζηλεύουμε;

Εδώ ίσως αξίζει να σκεφτούμε ότι δεν αφορά μόνο τη σύγκριση, αλλά το ερώτημα που βρίσκεται πίσω από αυτήν. Αν λέω «θέλω τη δουλειά του/της», μπορεί πράγματι να θέλω μια καλύτερη δουλειά. Αν όμως εξετάσω βαθύτερα το συναίσθημά μου, μπορεί να ανακαλύψω ότι αυτό που επιθυμώ δεν είναι μόνο η θέση ή ο μισθός. Μπορεί να θέλω την αναγνώριση που φαντάζομαι ότι συνοδεύει αυτή τη θέση, την ασφάλεια, την αίσθηση ότι είμαι σημαντικός ή την επιβεβαίωση ότι τα κατάφερα. Με τον ίδιο τρόπο, μπορεί να μη ζηλεύω πραγματικά το σπίτι κάποιου, αλλά αυτό που το σπίτι συμβολίζει για μένα.

Μια ψυχοδυναμική ματιά: «Είμαι αρκετά καλός;»

Ψυχοδυναμικά και σχεσιακά, δεν ρωτάμε μόνο «γιατί συγκρίνομαι;», αλλά «τι ενεργοποιείται μέσα μου όταν συγκρίνομαι;». Το ερώτημα αυτό, μπορεί να μας βοηθήσει να εξετάσουμε εάν η ένταση μιας σύγκρισης συνδέεται με βαθύτερα ζητήματα γύρω από την αυτοαξία, την ανάγκη για αναγνώριση, τον φόβο της απόρριψης ή την αίσθηση ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουμε ότι είμαστε αρκετοί/-ες.
Για ορισμένα άτομα, το «είμαι αρκετά καλός/ή» μπορεί να έχει γίνει ένας εσωτερικός όρος για να αισθανθούν ασφαλείς. Ίσως έχουν μάθει, ότι η επιτυχία φέρνει αναγνώριση, η επίδοση οδηγεί σε αποδοχή ή ότι το λάθος και η αποτυχία συνοδεύονται από απογοήτευση και απόρριψη. Αυτό δεν χρειάζεται να έχει συμβεί με έναν έντονο ή δραματικό τρόπο. Μπορεί να έχει διαμορφωθεί μέσα από ένα κλίμα υψηλών προσδοκιών, συγκρίσεων, επαίνων που συνδέονταν κυρίως με την επίδοση ή μιας αίσθησης ότι κάποιος/-α έπρεπε να είναι «ο καλός», «η έξυπνη», «ο επιτυχημένος» ή «η δυνατή». Σε μια τέτοια περίπτωση, η σύγκριση με τους άλλους μπορεί να λειτουργεί σαν ένας συνεχής έλεγχος για την αξία και τη σημασία του ατόμου.

Όταν η σύγκριση μετατρέπεται σε ντροπή

Η ψυχαναλυτική βιβλιογραφία έχει συνδέσει τη ντροπή με την εμπειρία ενός εαυτού που αισθάνεται ανεπαρκής σε σχέση με ένα εσωτερικευμένο ιδεώδες. Ο Andrew Morrison, ήδη από τη δεκαετία του 1980, ανέδειξε τη σχέση ανάμεσα στη ντροπή, την αίσθηση ελαττώματος ή κατωτερότητας και το χάσμα ανάμεσα στον πραγματικό εαυτό και σε αυτό που το άτομο πιστεύει ότι θα έπρεπε να είναι. Έτσι, η κοινωνική σύγκριση μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να λειτουργεί σαν ένας μηχανισμός που ενεργοποιεί αυτό το εσωτερικό χάσμα. Δεν αρκεί να διαπιστώσω ότι το άλλο άτομο είναι πιο επιτυχημένο, αλλά μπορεί να αισθανθώ ότι η επιτυχία του αποκαλύπτει τη δική μου ανεπάρκεια.

Σε αυτό το σημείο η ζήλια μπορεί να συναντήσει τη ντροπή. Η ζήλια λέει, σε ένα πρώτο επίπεδο, «θέλω αυτό που έχεις». Η ντροπή μπορεί να προσθέσει κάτι πολύ πιο επώδυνο: «και το ότι εσύ το έχεις ενώ εγώ όχι σημαίνει κάτι κακό για μένα». Αν ζηλεύω έναν άνθρωπο επειδή έχει μια δουλειά που θα ήθελα, μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτό το συναίσθημα ως πληροφορία για τις δικές μου επιθυμίες. Αν όμως η επιτυχία του με κάνει να αισθάνομαι ότι είμαι λιγότερο άξιος/α, σημαντικός/ή ή αγαπητό/ή, τότε η σύγκριση μετατρέπεται σε απειλή για την ίδια την εικόνα του εαυτού μου.

Το βλέμμα του άλλου και η σχεσιακή διάσταση της ντροπής

Η σχεσιακή προσέγγιση προσθέτει ακόμη μία σημαντική διάσταση: η ντροπή δεν είναι μόνο ένα συναίσθημα που αφορά τον εαυτό, αλλά συχνά αφορά και το πώς αισθανόμαστε ότι υπάρχουμε στα μάτια του άλλου. Η ντροπή προσεγγίζεται ως βαθιά σχεσιακό συναίσθημα, συνδεδεμένο με την εμπειρία της έκθεσης, αξιολόγησης ή μη ανταπόκρισης στις προσδοκίες που αντιλαμβανόμαστε ή υποθέτουμε ότι έχουν οι άλλοι για εμάς. Η κοινωνική σύγκριση δεν αφορά μόνο το τι έχει το άλλο άτομο, αλλά και το πώς φαίνομαι εγώ μπροστά του.
Αυτός είναι και ένας λόγος για τον οποίο μπορεί να αισθανθούμε ενοχή όταν δυσκολευόμαστε να χαρούμε για την επιτυχία κάποιου ατόμου που αγαπάμε. Μπορεί να αγαπάμε πραγματικά τον φίλο, τη σύντροφο ή τον αδελφό μας και ταυτόχρονα να αισθανόμαστε ζήλια. Τα δύο συναισθήματα μπορούν να συνυπάρχουν. Η αναγνώριση της ζήλιας δεν σημαίνει ότι είμαστε κακοί άνθρωποι. Μπορεί να σημαίνει ότι η επιτυχία του άλλου άγγιξε μια δική μας ευάλωτη περιοχή.

Η σύγκριση είναι μέρος της ανθρώπινης λειτουργίας και, σε κάποιο βαθμό, αναπόφευκτη. Περισσότερο ενδιαφέρον έχει να παρατηρήσουμε τι συμβαίνει μέσα μας τη στιγμή που συγκρινόμαστε. Αν δω κάποιον/-α που έχει αυτό που επιθυμώ, μπορώ να ρωτήσω: «Τι ακριβώς επιθυμώ από αυτό που βλέπω; Τι πιστεύω ότι θα μου προσφέρει; Τι σημαίνει για μένα το γεγονός ότι εκείνος/-η το έχει; Και γιατί το ότι δεν το έχω εγώ γίνεται τόσο γρήγορα απόδειξη ότι κάτι δεν κάνω καλά;».

Η θεραπευτική σχέση ως χώρος όπου η σύγκριση μπορεί να γίνει κατανοητή

Μέσα στην ψυχοθεραπεία, αυτή η διερεύνηση μπορεί να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερο βάθος, επειδή η ίδια δυναμική της σύγκρισης μπορεί να εμφανιστεί μέσα στη θεραπευτική σχέση. Ένα θεραπευόμενο άτομο μπορεί να φοβάται ότι ο θεραπευτής το αξιολογεί, να ανησυχεί ότι δεν έχει κάνει αρκετή πρόοδο ή να φαντασιώνεται τη θεραπεύτρια ως δυνατή, επιτυχημένη, ισορροπημένη. Μπορεί ακόμη να αισθάνεται ότι πρέπει να παρουσιάσει μια συγκεκριμένη εικόνα του εαυτού του προκειμένου να κερδίσει την εκτίμηση του θεραπευτή. Από μια σχεσιακή σκοπιά, αυτές οι στιγμές δεν χρειάζεται να θεωρηθούν απλώς εμπόδια στη θεραπεία. Μπορούν να αποτελέσουν υλικό για να παρατηρηθεί, μέσα σε μια πραγματική σχέση, τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος αισθάνεται ότι αξιολογείται από έναν σημαντικό άλλον.

Ίσως, τελικά, το ζητούμενο να μην είναι να πάψουμε να κοιτάμε τους άλλους, αλλά να αλλάξουμε τη σχέση μας με αυτό που βλέπουμε. Η ερώτηση μετακινείται από το «είμαι καλύτερος/-η ή χειρότερος/-η από τους άλλους;» στο «τι μου δείχνει αυτή η σύγκριση για αυτό που επιθυμώ, για αυτό που φοβάμαι και για τον τρόπο με τον οποίο έχω μάθει να αντιλαμβάνομαι την αξία μου;». Και ίσως ακόμη βαθύτερα, από το «πώς μπορώ να γίνω αρκετά καλός/-η;» στο «μπορώ να αισθάνομαι ότι αξίζω ακόμη και όταν δεν είμαι ο/η καλύτερος/-η;».

Αυτή η μετατόπιση είναι σημαντική, γιατί η ζωή δεν είναι μια σταθερή κατάταξη στην οποία πρέπει να βρούμε την τελική μας θέση. Πάντα θα υπάρχει κάποιος πιο επιτυχημένος σε έναν τομέα, πιο όμορφη σε έναν άλλο, πιο πλούσιος, πιο κοινωνική ή πιο αναγνωρισμένος. Αν η αξία μας εξαρτάται από το να βρισκόμαστε πάνω από τους άλλους, τότε πρόκειται για μια ανάγκη που δε γεμίζει ποτέ και δεν μπροούμε να νιώσουμε ασφαλείς.

Ίσως λοιπόν η πιο ουσιαστική αλλαγή δεν είναι να προσπαθήσουμε να γίνουμε καλύτεροι/-ες από τους άλλους, αλλά να μπορέσουμε να υπάρχουμε δίπλα στους άλλους χωρίς να χρειάζεται συνεχώς να αποδεικνύουμε τη θέση μας. Να μπορούμε να αποτυγχάνουμε χωρίς να αισθανόμαστε αποτυχημένοι ως άνθρωποι, να μπορούμε να θαυμάζουμε χωρίς να αισθανόμαστε μικροί και να μπορούμε να βλέπουμε κάποιον να προχωρά χωρίς να αισθανόμαστε ότι εμείς μένουμε πίσω.

 

Βιβλιογραφία
Buunk, A. P., & Gibbons, F. X. (2006). Social comparison: The end of a theory and the emergence of a field. Organizational Behavior and Human Decision Processes, 102(1), 3–21.
Lockwood, P., Dolderman, D., Sadler, P., & Gerchak, E. (2004). Feeling better about doing worse: social comparisons within romantic relationships. Journal of personality and social psychology, 87(1), 80–95.
Lyhne, R., & Wagoner, B. (2022). Shame experienced by self and others: A relational approach. Culture & Psychology, 28(3), 289-307.
Morrison A. P. (1984). Working with shame in psychoanalytic treatment. Journal of the American Psychoanalytic Association, 32(3), 479–505.
Shabad, P. (2022). Owing and Being Owed: Shame and Responsibility Toward The Other. Psychoanalytic Dialogues, 32(4), 389–404.

footerlogo

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διεύθυνση: Βαθέος 9, Αμπελόκηποι (Πλησίον μετρό Αμπελόκηποι)

Τηλέφωνο: 6949 59 08 19

Emailinfo@mariavlavianou.gr